“Εγώ Σμυρνιά γεννήθηκα κι έτσι είναι η Σμύρνη μου,
φωνακλού και ναζιάρα και κοσμοπολίτισσα, γιομάτη
νοστιμιές, χαρές, μουσικές”
Η ταινία «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ», βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο της ΜΙΜΗΣ ΝΤΕΝΙΣΗ, είναι μία υπερπαραγωγή υψηλών προδιαγραφών με διεθνές καστ, η μεγαλύτερη στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, που τιμά τον πολιτισμό της Ιωνίας.
Ένα σπουδαίο κινηματογραφικό εγχείρημα με πανανθρώπινα μηνύματα, που φιλοδοξεί να μεταφέρει με πειστικότητα στη μεγάλη οθόνη όχι μόνο τη μαγική ατμόσφαιρα της εποχής μέσα από άρτια σκηνικά και κοστούμια, αλλά και τη σπαρακτική καταστροφή της Σμύρνης με τη χρήση σύγχρονων ψηφιακών εφέ. Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν σε: Λέσβο, Χίο, Αθήνα, Πειραιά και Φάληρο.
H Μιμή Ντενίση συνεργάστηκε με τον Martin Sherman για το σενάριο, ενώ τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Γρηγόρης Καραντινάκης. Μπροστά στην κάμερα η ταινία συγκεντρώνει ένα λαμπερό διεθνές cast με τους Μιμή Ντενίση, Λεωνίδα Κακούρη, Burak Hakki, Κρατερό Κατσούλη, Ταμίλλα Κουλίεβα, Κατερίνα Γερονικολού, Ντίνα Μιχαηλίδου, Αναστασία Παντούση, Ozdemir Ciftcioglu, Νέδη Αντωνιάδη, Γιάννη Εγγλέζο, Έφη Γούση, Nathan Thomas, Χρήστο Στέργιογλου, Θοδωρή Κατσαφάδος, Daniel Crossley, Dunkan Skinner, Δάφνη Αλεξάντερ, Μιχάλη Μητρούση, Nαταλία Δραγούμη, Μανώλη Γεραπετρίτη, Ανδρέα Νάτσιο, Ian Roberson, Joanna Kalafatis, Γιάννη Βογιατζή, Jane Lapotaire, Susan Humshire και Rupert Graves.
Πίσω από την κάμερα, τη διεύθυνση φωτογραφίας ανέλαβε ο Σίμος Σαρκετζής, τα κοστούμια η Φωτεινή Δήμου και τη σκηνογραφία η ομάδα των Ηλία Λεδάκη, Γιάννη Παπαδόπουλου και Μιχάλη Σαμιώτη. Τα ψηφιακά εφέ υπογράφει η ελληνική εταιρεία Yafka.
Η ταινία θα κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες από την Tanweer στις 23 Δεκεμβρίου του 2021, με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από την Μικρασιατική καταστροφή.

Σύνοψη
H Filio Williams, μία ηλικιωμένη Ελληνοαμερικανίδα, σπεύδει στη Μυτιλήνη με την εγγονή της, για να συμπαρασταθεί στους Σύριους πρόσφυγες. Κανείς δεν ξέρει την καταγωγή της, κανείς δεν ξέρει ότι η Σμυρνιά γιαγιά της βρέθηκε κάποτε στο ίδιο νησί κατατρεγμένη και προσφυγοπούλα.
Το τεφτεράκι με τις συνταγές της συνονόματης γιαγιάς Φιλιώς ξετυλίγει την πολυτάραχη ιστορία της κοσμοπολίτικης οικογένειας Μπαλτατζή, όπως διαμορφώνεται από τις τραγικές διεθνείς εξελίξεις που καθόρισαν τη μοίρα ολόκληρων λαών. Διαφορετικές γενιές γυναικών της ίδιας οικογένειας ενώνονται στον χώρο και τον χρόνο, μέσα από τα νήματα της ιστορίας. Παρόν και παρελθόν γίνονται ένα.
Τα πολλά πρόσωπα της Σμύρνης
Καταλυτική προϋπόθεση για την απόδοση της συγκινητικής ιστορίας στον κινηματογράφο ήταν να συγκεντρωθεί ένα δυνατό, διεθνές και πολυπληθές cast που θα ερμήνευε με γνησιότητα, πειστικότητα και συναίσθημα αυτό το μωσαϊκό χαρακτήρων που ζωντανεύει την ιστορία. Η Μιμή Ντενίση τονίζει τη σημασία των ηθοποιών στις ανθρωποκεντρικές ιστορίες:
«Πέρα από το σενάριο και τη σκηνοθεσία, είναι βασικοί οι ηθοποιοί. Εάν μία ταινία δεν έχει πολλούς, καλούς και αρκετούς γνωστούς ηθοποιούς, δεν νομίζω ότι μπορεί να έχει πολύ μεγάλη απήχηση. Είχαμε την τύχη να μη μας αρνηθεί κανένας ξένος ηθοποιός. Έχουμε μεγάλα ονόματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό και πολλούς ακόμα σε πιο μικρούς ρόλους, που ένιωσαν πραγματικά περήφανοι που πήραν μέρος σε μία τέτοια ταινία. Είναι όλοι τους εκλεκτοί».

Φιλιώ Μπαλτατζή – Μιμή Ντενίση
Η μητέρα της αστικής οικογένειας Μπαλτατζή είναι, όπως λέει η Μιμή Ντενίση, η ίδια η Σμύρνη. Μία γυναίκα αρχοντική, επιβλητική, έξυπνη, τρυφερή και οξυδερκής. «Η Φιλιώ είναι μια γυναίκα ανώνυμη, δεν είναι γνωστή, αλλά είναι ένα σύμβολο. Είναι μία γυναίκα που ξεκινάει με όλα τα καλά του Θεού, μορφωμένη, καλοαναθρεμμένη. Διαθέτει κρίση, κάτι που δεν συνηθιζόταν στις γυναίκες της εποχής της. Έχει πολιτικές απόψεις και διακρίνει πολύ νωρίτερα ότι πρέπει να φύγουν από τη Σμύρνη, αλλά δεν θα εναντιωθεί στο σύζυγο της» προοικονομεί η Μιμή Ντενίση.
Η δημιουργός είναι ομολογουμένως ταυτισμένη με τον ρόλο που επινόησε, έγραψε και υποδύθηκε για χρόνια στο θεατρικό σανίδι. «Για εμένα η Φιλιώ είναι ο πιο ωραίος ρόλος της καριέρας μου. Είμαι τόσο ταυτισμένη με αυτό το ρόλο, γιατί ξεκίνησα να γράφω το 2012, η παράσταση πρωτοανέβηκε στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού στο τέλος του 2013 και έπαιξε μέχρι το τέλος του 2017.
Έγινε η μεγαλύτερη θεατρική επιτυχία όλων των εποχών του ελληνικού θεάτρου. Στα γυρίσματα, συνειδητοποίησα ότι μερικές μέρες έλεγα μόνο φράσεις της Φιλιώς… Καταλαβαίνετε ότι κοντεύω 10 χρόνια που ασχολούμαι μαζί της» εξομολογείται η Ντενίση.

Δημήτρης Μπαλτατζής-Λεωνίδας Κακούρης
Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας της Σμύρνης, ο πατριάρχης της οικογένειας Μπαλτατζή αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς παράγοντες της οικονομικής ζωής της πόλης. Τον ρόλο ενσαρκώνει ο Λεωνίδας Κακούρης.
«Είναι ένας Έλληνας της Μικρασίας, ένας πολύ γλυκός και τρυφερός άνθρωπος. Είναι πολύ καλλιεργημένος με υψηλό βιοτικό επίπεδο και γνωρίζει όλη την υψηλή κοινωνία της Σμύρνης. Έχει πιστέψει βαθιά στο όραμα του Βενιζέλου και είναι θερμός υποστηρικτής του όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στις πράξεις.
Ο γιος του πηγαίνει στο μέτωπο να πολεμήσει και ο ίδιος βοηθά οικονομικά την Ελλάδα μαζί με όλους όσους μπορούσε να μαζέψει στο πλευρό του. Δυστυχώς, αυτός ο γλυκός άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα και νιώθει την προδοσία στο πετσί του με έναν πολύ, πολύ άγριο τρόπο» εξηγεί ο Λεωνίδας Κακούρης.

Σπύρος Μπαλτατζής-Κρατερός Κατσούλης
Ο ανήσυχος για την πολιτική κατάσταση αδελφός του Δημήτρη Μπαλτατζή δεν συμμερίζεται τις απόψεις του βενιζελικού αδελφού του. Οι διαφωνίες τους για την πολιτική συνθήκη πυροδοτούν εντάσεις ανάμεσα στα, κατά τα άλλα, αγαπημένα αδέλφια.
«Ο Δημήτρης και ο Σπύρος Μπαλτατζής ανήκουν σε μία πραγματική οικογένεια, υπαρκτή στη Σμύρνη. Αυτοί οι δύο άντρες εκφράζουν τα δύο διαφορετικά πολιτικά και ιδεολογικά στρατόπεδα που υπήρξαν εκείνη την εποχή.
Ο μεν Δημήτρης Μπαλτατζής είναι βενιζελικός, ενώ ο ρόλος, ο Σπύρος δηλαδή που υποδύομαι εγώ, είναι βασιλικός. Πρόκειται για τις δύο αντιθετικές ιδεολογικές παρατάξεις. Μέσα από τη δική τους οικογενειακή ιστορία ξετυλίγεται όλη η ιστορία της Σμύρνης λίγο πριν την τραγωδία και μέχρι τη μεγάλη καταστροφή».

Βασίλης Μπαλτατζής-Γιάννης Εγγλέζος
Ο γιος της Φιλιώς και του Δημήτρη Μπαλτατζή, ένας ιδεαλιστής νέος που ενηλικιώνεται μέσα από την προσωπική του διαδρομή, αλλά και την ιστορική συγκυρία.
«Είναι ένας πολύ απαιτητικός ρόλος, πάρα πολύ ενδιαφέρων ρόλος. Ερωτεύεται, ανδρώνεται και ζει την ασχήμια του πολέμου, από τον οποίο επιστρέφει ένας άλλος άνθρωπος. Κάνει μία πολύ ενδιαφέρουσα πορεία και είναι πολύ συγκινητικό κάποιες φορές να μπαίνεις στο πετσί των ανθρώπων που έζησαν τότε» λέει ο Γιάννης Εγγλέζος για τον χαρακτήρα.
Σχετικά με την έρευνα που χρειάστηκε να κάνει για να προσεγγίσει τον ρόλο, ο ηθοποιός, του οποίου ο παππούς είχε πολεμήσει στη Σμύρνη, λέει:
«Η κυρία Ντενίση έχει κάνει μία τεράστια έρευνα, έχει ψάξει ντοκουμέντα για να γράψει το σενάριο. Σε κάποιες συναντήσεις μαζί της εμβάθυνα. Αρκεί και μόνο να μιλήσετε με την κυρία Ντενίση για μία ώρα και θα μπείτε πάρα πολύ βαθιά στον κόσμο αυτό. Πέρα από τη συζήτηση, είδα ντοκιμαντέρ, διάβασα βιβλία και γράμματα στρατιωτών της εποχής. Έτσι κατάλαβα τον κοινωνικό περίγυρο της εποχής».

Χαλίλ-Burak Hakki
Ο Χαλίλ είναι ο σοφέρ της οικογένειας Μπαλτατζή. Υπάρχει μεταξύ τους αμοιβαίος σεβασμός και εκτίμηση. Μέσα από τα στάδια που περνάει η σχέση του με την οικογένεια Μπαλτατζή εκφράζονται οι αντιφάσεις που διέλυσαν την κάποτε αγαπημένη συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων της Μικρασίας.
«Μου άρεσε πολύ το σενάριο, έκλαψα, συγκινήθηκα. Η ιστορία είναι πολύ ωραία, είναι αληθινή και εξηγεί πολλά. Ο χαρακτήρας μου είναι ο Χαλίλ, που δουλεύει μαζί με τον πατέρα του Οσμάν για μια πλούσια ελληνική οικογένεια της Σμύρνης.
Όλοι συνδέονται μεταξύ τους με τρόπους διαφορετικούς. Υπάρχουν αντιθέσεις και δεν ξέρεις τι να περιμένεις» λέει ο ηθοποιός για το σενάριο και τον χαρακτήρα που υποδύεται.

Οσμάν-Özdemir Çiftçioglu
Ο Οσμάν ανήκει στο προσωπικό της οικείας Μπαλτατζή. Δουλεύει για την αξιοσέβαστη ελληνική οικογένεια χρόνια μαζί με τον γιο του Χαλίλ και οι σχέσεις μεταξύ τους είναι αγαστές, μέχρι που όλα θα αλλάξουν.
Ο Özdemir Çiftçioglu που ενσαρκώνει τον ρόλο λέει: «Ζούμε με την οικογένεια και έχουμε καλλιεργήσει μία καλή φιλία ανάμεσα μας, χωρίς καυγάδες. Αλλά, όποτε τα κράτη προσπαθούν να χαλάσουν τις σχέσεις μεταξύ τους, χαλάνε και οι σχέσεις των ανθρώπων. Δυστυχώς, ένα άτομο από την ελληνική οικογένεια πρέπει να πολεμήσει τους Τούρκους και ένας δικός μας να πολεμήσει τους Έλληνες».
Ο Τούρκος ηθοποιός κλήθηκε να μάθει αρκετές φράσεις στα ελληνικά για την ταινία. Ο ίδιος μοιράζεται για τη διαδικασία του casting: «Για μένα τα ελληνικά είναι δύσκολα και έκανα αρκετές απόπειρες μέχρι να επιτύχω στη σωστή προφορά».

Filio Williams-Jane Lapotaire
Τη Filio, μία ηλικιωμένη Ελληνοαμερικανίδα, τη συναντάμε το 2015 όταν κύματα προσφύγων από τη Συρία φτάνουν στη Μυτιλήνη. Αν και ζει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Filio αποφασίζει ακαριαία να σπεύσει προς βοήθεια. Οι λόγοι είναι ανθρώπινοι, αλλά και βαθιά προσωπικοί.
Τον ρόλο ανέλαβε η Jane Lapotaire (The Crown) που σχολιάζει:
«Αγαπώ τη γυναίκα που υποδύομαι. Έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, εκεί που γεννήθηκε, στη Μυτιλήνη, γιατί θυμάται την οικογένεια της σαν πρόσφυγες που ήρθαν από τη Σμύρνη στο νησί. Οι άνθρωποι του νησιού ήταν πολύ ευγενικοί μαζί τους μετά την καταστροφή, όταν κάηκε η Σμύρνη, ενώ ο βρετανικός στόλος ήταν αραγμένος στο λιμάνι και δεν έκανε τίποτα, γιατί οι Γάλλοι και Βρετανοί δεν ήθελαν να κάνουν την Τουρκία εχθρό τους.
Είναι τιμή μου να παίζω αυτόν τον ρόλο, αγαπώ το σενάριο, είναι πολύ καλογραμμένο. Η Ελένη έχει επιστρέψει γιατί ξέρει ότι δεν αργεί ο θάνατος της και θέλει να αναβιώσει τη σχέση της με τη μητέρα της και θυμάται τα μέρη της παιδικής της ηλικίας. Βρέθηκε στην Αμερική, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Έφερε μαζί της την εγγονή της, που τη συνοδεύει γιατί είναι μεγάλη. Τελικά, η γιαγιά Filio μεταδίδει στην εγγονή την ιστορία της οικογένειας».

Παππούς Πολύκαρπος-Γιάννης Βογιατζής
Ο πατέρας της Φιλιώς Μπαλτατζή, ένας αρχοντικός Σμυρνιός, ένας καλοζωισμένος ηλικιωμένος άντρας. Ο Γιάννης Βογιατζής, του οποίου ο πατέρας πολέμησε στη Σμύρνη, ζωντανεύει τον ρόλο και δηλώνει ενθουσιασμένος και συγκινημένος για τη συμμετοχή του στην ταινία.
«Η κυρία Ντενίση ήθελε να παίξω αυτόν τον ρόλο και στο θέατρο, αλλά είχα άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Παίζω αυτόν τον ρόλο στην ταινία με μεγάλη χαρά.
Το σενάριο είναι θαυμάσιο. Η Μιμή Ντενίση έκανε εκτενή έρευνα για να γράψει αυτό το σενάριο που βασίζεται στην πραγματικότητα».

Λευκοθέα-Αναστασία Παντούση
Η κόρη της Φιλιώς και του Δημήτρη Μπαλτατζή είναι ένα νεαρό κορίτσι στο άνθος της ηλικίας του που έχει όλη τη ζωή μπροστά του και τίποτα δεν μοιάζει να μπορεί να το σταματήσει.
Τη Λευκοθέα ζωντανεύει στο πανί η Αναστασία Παντούση: «Είναι ένα κορίτσι αέρινο, ανέμελο, δεν τη νοιάζουν πολύ τόσο τα πολιτικά ζητήματα, της αρέσει να κάνει βόλτες με τη μητέρα της και να ψωνίζει. Ανήκει σε μία πλούσια οικογένεια.
Είναι στην ηλικία που αρχίζει να γίνεται γυναίκα και έρχεται ο έρωτας στη ζωή της. Αρχίζει να σκέφτεται το για πάντα με έναν νεαρό άντρα. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτό» λέει υπαινικτικά η ηθοποιός για τον ρόλο της.

Αντζέλικα-Νέδη Αντωνιάδη
Η λουσάτη σύζυγος του Σπύρου Μπαλτατζή είναι πολύ διαφορετική από τη συννυφάδα της Φιλιώ Μπαλτατζή. Η Νέδη Αντωνιάδη, που υποδύθηκε τον ρόλο και στη θεατρική παράσταση, λέει για τον ρόλο της:
«Σαν πρώτη ανάγνωση, όταν την βλέπει κανείς, η Αντζέλικα μοιάζει λίγο ξιπασμένη. Ασχολείται πολύ με την εμφάνιση, με την κοινωνία, με τα πάρτι και τις εξόδους. Όχι με κακό τρόπο, αλλά είναι αυτό το κομμάτι της σμυρνιώτικης κοινωνίας με την κοσμοπολίτικη ζωή στην όπερα, με τον πλούτο και την προοπτική μιας οικονομικής ευμάρειας».
Όσο για τις διαφορές που συνάντησε ως ηθοποιός ανάμεσα στην θεατρική και την κινηματογραφική εμπειρία η Αντωνιάδη επισημαίνει:
«Προσέγγισα τον ρόλο σαν να είναι η πρώτη φορά. Εστίασα περισσότερο στον τρόπο ζωής πάρα στα ιστορικά γεγονότα, που τα είχα ψηλαφίσει νωρίτερα για το θεατρικό. Πιστεύω ότι ο θεατής της ταινίας θα εισπράξει απόλυτα όχι μόνο τη ζωή της Σμύρνης, αλλά και το πολυπολιτισμικό μέρος αυτής της ζωής».

Ζαχαρούλα-Κατερίνα Γερονικολού
Η αξιαγάπητη υπηρέτρια της οικογένειας Μπαλτατζή, είναι ένα ανέμελο κορίτσι που η τύχη του επιφυλάσσει πολλές δραματικές ανατροπές.
«Παρά τις ζημιές και τις αταξίες είναι αγαπητή, την έχουν από κοντά, είναι ορφανή, ένα κορίτσι ακαλλιέργητο, λαϊκό. Μέσα στο σπίτι συναντάει στο βλέμμα του Βασιλάκη, του γιου της Φιλιώς και του Δημήτρη, τον έρωτα» λέει η Κατερίνα Γερονικολού που υποδύθηκε τον ρόλο και στο σανίδι.
«Έχω αγαπήσει τη Ζαχαρούλα, είναι ένα κορίτσι που το έχω υποδυθεί άπειρες ώρες» εξομολογείται η ηθοποιός.

Ευταλία-Ντίνα Μιχαηλίδου
Η οικονόμος της οικογένειας Μπαλτατζή. Είναι μυαλωμένη, πρακτική και προσπαθεί, ματαίως, να συνεφέρει τη Ζαχαρούλα, που όχι μόνο κάνει ζημιές, αλλά ερωτεύεται τον «λάθος» άντρα.
Η ηθοποιός Ντίνα Μιχαηλίδου, που αναλαμβάνει τον ρόλο, έχει οικογενειακές ρίζες στα περίχωρα της Σμύρνης και δηλώνει ενθουσιασμένη όχι μόνο για το καλογραμμένο σενάριο αλλά και για το απίστευτο επίπεδο παραγωγής της ταινίας.

Ισμήνη-Έφη Γούση
Η Ισμήνη είναι στον πυρήνα του υπηρετικού προσωπικού στο αρχοντικό της οικογένειας Μπαλτατζή.
Τον ρόλο υποδύεται η Έφη Γούση που λέει για τη διαδικασία προσέγγισης της εποχής:
«Σε μία πρώτη συνάντηση με την κυρία Ντενίση ήταν πολύ κατατοπιστική και με βοήθησε να βάλω κομμάτια της ιστορίας στη σειρά. Έπειτα, εννοείται ότι έκανα και εγώ μία έρευνα σε σχέση με βίντεο, ντοκιμαντέρ και φωτογραφίες της εποχής, για να καταλάβω πώς ήταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή και τη διαφορά της ζωής πριν και μετά την καταστροφή».

Τακούη-Ταμίλλα Κουλίεβα
Μία παλιά αρχόντισσα αρμένικης καταγωγής από την Προύσα που κάποτε της έφερναν τα ρούχα της από το Παρίσι και μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων κατέληξε να ράβει ρούχα άλλων κυριών.
Χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στην οικία Μπαλτατζή, που της συμπεριφέρεται σαν να είναι μέλος της οικογένειας. Η Ταμίλλα Κουλίεβα λέει για τον ρόλο:
«Έχω έναν πάρα πολύ ωραίο ρόλο. Για τις ανάγκες του ρόλου μου, μιας Αρμένισσας που έχει επιβιώσει από τη γενοκτονία των Αρμενίων και προσπαθεί μάταια να προειδοποιήσει για το κακό που έρχεται στη Σμύρνη, συνάντησα πολλούς Αρμένηδες της διασποράς. Χάρηκαν όταν τους ζήτησα να μιλήσουν – έχουν ανάγκη να μιλήσουν και να πουν τις ιστορίες τους και θεωρώ ότι στις μέρες μας, όλες οι ιστορίες πρέπει να ακούγονται».

Επίσκοπος Σμύρνης Χρυσόστομος -Χρήστος Στέργιογλου
Ο Αρχηγός της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Σμύρνης είναι ένα ιστορικό πρόσωπο, ένας άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας που αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και έπεσε στα χέρια του φανατισμένου όχλου κατά την ανακατάληψη της Σμύρνης στη Μικρασιατική Καταστροφή.
Τον συνταρακτικό ρόλο ανέλαβε ο Χρήστος Στέργιογλου, που νιώθει μεγάλη τιμή και ευγνωμοσύνη για την ευκαιρία να υποδυθεί αυτή την προσωπικότητα.
«Καταρχήν πρέπει να πω ότι ο λόγος που είπα το ναι σε αυτή τη δουλειά ήταν αυτός ο συγκεκριμένος ήρωας. Είναι ένας ήρωας σύμβολο, ένας άνθρωπος που το ‘22 θυσίασε τον εαυτό του. Ήξερε πολύ καλά τι τύχη τον περίμενε, όταν αρνήθηκε να φύγει από τη Σμύρνη. Είμαι πολύ ευτυχής, συγκινημένος και ευγνώμων που υποδύομαι αυτό τον άνθρωπο, τον Χρυσόστομο Σμύρνης.
Αυτός ο άνθρωπος, που θυσιάστηκε, ήξερε πάρα πολύ καλά ότι θα σκοτωθεί και πίστευε ότι η αυτοθυσία του θα κάνει καλό. Ένας πραγματικός ποιμένας ο οποίος πίστευε ότι με την πράξη αυτή θα σώσει τον κόσμο, το ποίμνιό του. Μόνο αγιοσύνη μπορείς να του προσάψεις και μεγαλοσύνη» λέει χαρακτηριστικά ο ηθοποιός.
Τσουρουκτσόγλου -Μιχάλης Μητρούσης
Ένας αξιοσέβαστος εκπρόσωπος της Δημογεροντίας και σπουδαίος Έλληνας, ο Τσουρουκτσόγλου είναι μία από τις τραγικές φιγούρες της ιστορίας.
Τον ρόλο ανέλαβε ο Μιχάλης Μητρούσης, που έπαιζε τον Οσμάν στο θεατρικό της Μιμής Ντενίση. «Υποδύομαι έναν εθνομάρτυρα. Ήταν ένας σπουδαίος νομικός που βοήθησε πολύ τους Σμυρνιούς της εποχής εκείνης.
Ήταν μία φωτεινή προσωπικότητα, πάνω από όλα βενιζελικός» εξηγεί ο ηθοποιός.

Κλιμάνογλου- Ανδρέας Νάτσιος
Ο Κλιμάνογλου, ένας από τους εκπροσώπους της Δημογεροντίας, ήταν μία σεβάσμια προσωπικότητα της Σμύρνης. Ο Ανδρέας Νάτσιος λέει για τον χαρακτήρα που υποδύεται:
«Ήταν ένας από τους προύχοντες της Σμύρνης που μαρτύρησε μαζί με τον επίσκοπο Σμύρνης. Ήταν λίγο σκεπτικός για το αν θα έπρεπε να μπει η Ελλάδα σε αυτό τον πόλεμο. Σκεφτόταν και μήπως ο Κωνσταντίνος είχε δίκιο που έλεγε να μην μπει στον πόλεμο η Ελλάδα».
George Horton-Rupert Graves
Ο Αμερικανός Πρόξενος που αγαπούσε τη Σμύρνη και έμελλε να είναι παρών στην πιο δραματική στιγμή της. Ο Rupert Graves αναλαμβάνει τον ρόλο και δηλώνει ενθουσιασμένος με το σενάριο.
«Ο Horton αγαπά τη Σμύρνη για αυτό που είναι, για την κουλτούρα της, για το γεγονός ότι είναι χωνευτήρι διαφορετικών λαών. Είναι κάποιος που αγαπά την Ελλάδα, που μιλάει αρχαία και νέα ελληνικά, είναι συγγραφέας και ποιητής, πράγμα ασυνήθιστο για έναν διπλωμάτη. Είναι παντρεμένος με Ελληνίδα. Δεν είναι ένας σπουδαίος πολιτικός, ακούει το συναίσθημα πιο πολύ απ’ όσο πρέπει. Αλλά δεν παύει να είναι πολιτικός κι αυτό προκαλεί μία αντίθεση» εξηγεί ο ηθοποιός.

Μια παραγωγή της Tanweer Productions
Σενάριο: Μιμή Ντενίση σε συνεργασία με τον Martin Sherman – Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο και θεατρικό έργο της Μιμής Ντενίση
Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Καραντινάκης
Παραγωγός: Διονύσης Σαμιώτης
Executive Producers: Joseph Samaan, Μιμή Ντενίση
Πρωταγωνιστούν: Μιμή Ντενίση, Λεωνίδας Κακούρης, Burak Hakki, Κρατερός Κατσούλης, Ταμίλλα Κουλίεβα, Κατερίνα Γερονικολού, Ντίνα Μιχαηλίδου, Αναστασία Παντούση, Ozdemir Ciftcioglu, Νέδη Αντωνιάδη, Γιάννης Εγγλέζος, Έφη Γούση, Nathan Thomas, Χρήστος Στέργιογλου, Θοδωρής Κατσαφάδος, Daniel Crossley, Dunkan Skinner, Δάφνη Αλεξάντερ, Μιχάλης Μητρούσης, Nαταλία Δραγούμη, Μανώλης Γεραπετρίτης, Ανδρέας Νάτσιος, Ian Roberson, Joanna Kalafatis και ο Γιάννης Βογιατζής
Special guest stars: Jane Lapotaire, Susan Hampshire και ο Rupert Graves
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σίμος Σαρκετζής
Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης
Μουσική: Ανδρέας Κατσιγιάννης
Production designers: Ηλίας Λεδάκης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Μιχάλης Σαμιώτης
Costume designer: Φωτεινή Δήμου
Casting Director: Μάκης Γαζής
Ήχος : Νίκος Μπουγιούκος
Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης, Sound designer: Άρης Λουζιώτης
Makeup & prosthetics designer: Δήμητρα Γιατράκου
Hair stylist: Ιουλία Συγριμή
VFX: Αντώνης Κοτζιάς – Υafka
SFX: Alpha Stunt
Colorist: Γρηγόρης Αρβανίτης
Photographer: Κατερίνα Τσατσάνη
Photographer: Ολυμπία Κρασαγάκη
Still Photographer: Βάσια Αναγνωστοπούλου
Συμπαραγωγός: Φένια Κοσοβίτσα
Associate producers: Martin Sherman, Νάνσυ Κοκολάκη
Εκτέλεση Παραγωγής: Blonde
Διανομή: Tanweer Alliances
Συμπαραγωγοί: Central Stage, ANT1, EΡT, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Tsiatlino, Tanweer Universe, Finos Film, Barking Well Media, York Films, Ευρώπη ασφαλιστική.
Μεγάλοι Χορηγοί: Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, Ε.Ι. Παπαδόπουλος Α.Ε, X.A. Παπαέλληνας Εμπορική.
Χορηγοί: ΟΠΑΠ, Aegean oil, Optima Bank, Όμιλος Ιατρικού Αθηνών, M/Maritime, LifeCheck Protergia, Ήλιος Μπαχαρικά, Μαρίνα Γιαβρόγλου, Petra & Fos.
Με την υποστήριξη της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, της Περιφερειακής Ενότητας Χίου, του Δήμου Χίου, του Δήμου Δυτικής Λέσβου, του Δήμου Μυτιλήνης, του Κοινωφελούς Ιδρύματος Μαρία Τσάκος, της Περιφέρειας Αττικής, της Περιφερειακής Ενότητας Νοτίου Τομέα Αθηνών, του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Ελλάδα και του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ Α.Ε.), Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού & Αθλητισμού, του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων, του Υπουργείου Μετανάστευσης & Ασύλου, του Υπουργείου Εξωτερικών – Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας.
#SmirniMouAgapimeni #TanweerProductions
ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ TANWEER
Από τη θεατρική σκηνή στο κινηματογραφικό πανί
Η οικουμενική ιστορία της ταινίας, που συναντά τους θεατές της κινηματογραφικής αίθουσας 100 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βασίζεται στο δημοφιλές θεατρικό έργο της Μιμής Ντενίση που σημείωσε τεράστια επιτυχία και αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό για πολλά χρόνια. Η κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού ήταν ένα όνειρο, όχι μόνο για τη θεατρική συγγραφέα/σκηνοθέτιδα και πρωταγωνίστρια, αλλά και για πολλούς ακόμα συνεργάτες της, που εκπληρώθηκε με άριστες συνθήκες την πιο κατάλληλη στιγμή. Έτσι, η ταινία ήταν το επόμενο βήμα για να ξεδιπλωθεί ολόκληρο το σύμπαν της εποχής εκείνης και να εξασφαλιστεί η άρτια αναπαράσταση μιας ταραχώδους ιστορικής περιόδου.
Η πολυσχιδής Μιμή Ντενίση έχει αφιερώσει χρόνια στην έρευνα του πολιτισμού της Σμύρνης καθώς και στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Το θεατρικό έργο, άλλωστε, υμνήθηκε ιδιαίτερα για την απόδοση της ζωής των Ελλήνων της Σμύρνης. Σε συνεργασία με τον σεναριογράφο Martin Sherman (Bent, Callas Forever), η Μιμή Ντενίση κλήθηκε να μεταφέρει την ιστορία της οικογένειας Μπαλτατζή -και μαζί μιας ολόκληρης πόλης που κάηκε- στο σενάριο της μεγαλύτερης ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής μέχρι σήμερα.
Το συγγραφικό δίδυμο πέρασε ατελείωτες ώρες μιλώντας για το πώς θα μπορούσε η ιστορία του θεατρικού να παρουσιαστεί στην ταινία. Ήταν σημαντικό, επίσης, να ειπωθεί η ιστορία της Μικράς Ασίας, αλλά και να μεταδοθεί το μήνυμα ότι κάθε λαός έχει μια δική του Σμύρνη. Ένα ακόμα ζητούμενο των δύο σεναριογράφων ήταν να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στα ιστορικά στοιχεία που έπρεπε να συμπεριληφθούν στην ταινία για να είναι οικεία όχι μόνο στο ελληνικό, αλλά και σε ένα διεθνές κοινό.
«Ίσως πολλοί να αναρωτιούνται αν το σενάριο έχει άμεση σχέση με το θεατρικό ή αν είναι διαφορετικό. Κανένα σενάριο δεν μπορεί να ξεφύγει απόλυτα από το θεατρικό κείμενο, γιατί το θεατρικό είναι η βάση, έχει γερή δομή και πάρα πολύ διάλογο. Ο σεναριογράφος πρέπει να μετατρέψει τον διάλογο σε εικόνα κι αυτή ήταν και η δικιά μου δυσκολία, που είμαι θεατρική συγγραφέας. Φυσικά με βοήθησε πολύ η έρευνα που είχα κάνει. Επίσης, ήξερα σε ποιες σκηνές του θεατρικού ανταποκρίνεται ο θεατής» εξηγεί η Μιμή Ντενίση.
Η δύναμη της εικόνας που καθηλώνει τον θεατή της κινηματογραφικής αίθουσας λειτούργησε ευεργετικά σε πολλά σημεία του έργου, δίνοντας την ευκαιρία στους σεναριογράφους να ζωντανέψουν χαρακτήρες που στο θεατρικό ήταν κυρίως μέρος της αφήγησης. «Πολλούς χαρακτήρες απλώς τους περιέγραφα στο θεατρικό, όπως τους Λεβαντίνους Whittalls και τον Δεσπότη Χρυσόστομο. Το σινεμά έχει τη δυνατότητα να ζωντανέψει αυτές τις προσωπικότητες».
Πάνω από όλα όμως, η ιστορία παραμένει «η ιστορία της Σμύρνης, μιας υπέροχης πόλης, ενός μεγάλου πολιτισμού. Βλέπουμε πώς καταστρέφεται και πώς οι άνθρωποι γίνονται πρόσφυγες» επισημαίνει η δημιουργός. Αυτός ο θεματικός πυρήνας ήταν το επίκεντρο στο όραμα των επικεφαλής της παραγωγής, των executive producers Joseph Samaan και Μιμής Ντενίση μαζί με τον παραγωγό Διονύση Σαμιώτη. «Δυστυχώς, επαναλαμβάνεται η Σμύρνη. Δεν είναι μόνο δική μας η Σμύρνη, είναι και της Συρίας, είναι και του Αφγανιστάν, είναι και άλλων χωρών» τονίζει η Μιμή Ντενίση.
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης, που ανέλαβε την κινηματογραφική μεταφορά αυτής της τεράστιας παραγωγής, λέει για το σενάριο: «Όταν ήρθε στα χέρια μου το σενάριο, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι αν το διαβάσω και δω μέσα κάτι από εμένα, θα το κάνω. Είδα πολλά πράγματα δικά μου, η ταινία είναι για μένα λίγο βιωματική, από τους παππούδες μου. Είναι ένα πολύ δυνατό σενάριο. Πιστεύω ότι καλύπτει όλα εκείνα που χρειάζεται ο θεατής. Η Σμύρνη είναι ένα ανοιχτό τραύμα για τον Έλληνα. Ο θεατής θα μοιραστεί το συγκινησιακό φορτίο που νιώσαμε κι εμείς, θα μάθει, θα συναισθανθεί και θα νιώσει μία κάθαρση».
Ο ηθοποιός Λεωνίδας Κακούρης που υποδύεται τον Δημήτρη Μπαλτατζή, έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία, λέει για το πώς ένιωσε όταν διάβασε το σενάριο: «Σε κερδίζει από τις πρώτες σελίδες. Ακολουθεί μία ιστορία και τη διανθίζει σιγά-σιγά. Μας βάζει πολύ μαλακά σε αυτό το υπέροχο κλίμα της Ανατολής, της Σμύρνης, μιας πόλης πολύχρωμης, πολύβουης. Μυρωδιές, αρώματα, φαγητά, θέατρα, ένας ολόκληρος πολιτισμός. Είναι μία ιστορική ταινία, χωρίς να εστιάζει μόνο στα ιστορικά γεγονότα, τα οποία, ούτως ή άλλως, συμβαίνουν στο παρασκήνιο όλων των ανθρώπινων ιστοριών. Παρακολουθούμε όχι τόσο την ίδια την πόλη, όσο τις ζωές των ανθρώπων που πήραν φωτιά εκείνη την τραγική μέρα».
Ο ηθοποιός Κρατερός Κατσούλης, που έχει παίξει και στη θεατρική παράσταση, λέει για την εμπειρία που επιφυλάσσει η κινηματογραφική μεταφορά στον θεατή: «Η θεατρική παράσταση και η κινηματογραφική εκδοχή του έργου είναι προφανώς δύο τελείως διαφορετικά πράγματα, γιατί είναι δύο διαφορετικά μέσα. Ο πυρήνας, η ιστορία, η αφήγηση έχει να κάνει με την καταστροφή της Σμύρνης, αλλά είναι τελείως διαφορετική η συνθήκη. Στο θέατρο έχουμε τη ζωντανή αναπαράσταση, είμαστε μέρος όλης αυτής της διαδικασίας, και οι ηθοποιοί και οι ερμηνευτές και οι θεατές, με τελείως διαφορετικά τεχνικά μέσα. Η ταινία έχει τη δύναμη της εικόνας. Στο κομμάτι που έχει να κάνει με την αφήγηση υπάρχει άλλος πλούτος εικόνας που δεν θα μπορούσε να υπάρχει στο θέατρο. Το αποτέλεσμα σαν τελικό προϊόν θα είναι, νομίζω, εντυπωσιακότερο».
Ενδεικτικά, ο ηθοποιός Μιχάλης Μητρούσης που έχει συμμετάσχει στο θεατρικό, σχολιάζει τη διαφορά που θα βιώσουν οι θεατές μέσα από την ταινία: «Το πράγμα έχει απλωθεί, έχει πάρει μία άλλη διάσταση, μία ζωντάνια. Υπάρχει μία καλύτερη καταγραφή της εποχής, γιατί στο θέατρο αφηγείσαι και ο θεατής φαντάζεται, αλλά στην ταινία η πραγματικότητα και ο ρεαλισμός είναι πολύ σημαντικό πράγμα».
Μία πρωτοφανής ελληνική παραγωγή-Ένα τεράστιο κινηματογραφικό εγχείρημα
100 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι θεατές της κινηματογραφικής αίθουσας θα καθηλωθούν από το θέαμα της ταινίας που τιμά όχι μόνο τον πολιτισμό και τη μαγεία της Σμύρνης, αλλά και την τραγωδία που βρήκε τους Έλληνες κατοίκους το 1922. Η παραγωγή υπηρέτησε στο έπακρο την αναπαράσταση της ατμόσφαιρας του θρύλου της Σμύρνης στο μεγαλείο, αλλά και την καταστροφή της.
Η Μιμή Ντενίση δηλώνει ευγνώμων για τη στήριξη που είχε στην υλοποίηση της ταινίας: «Είναι σίγουρα η μεγαλύτερη παραγωγή που έχει γίνει στο ελληνικό σινεμά. Τα μεγάλα θέματα, τα ουσιαστικά, ή δεν τα πιάνεις καθόλου ή τα κάνεις με το production value που τους αξίζει. Η Tanweer το έκανε με το παραπάνω. Έφτασαν και φορές που είπα ας το κόψουμε αυτό απ΄το σενάριο, ας μην το κάνουμε, καταλαβαίνω ότι έγραψα κάτι πολύ ακριβό και η απάντηση ήταν όχι, δεν θα είναι ολοκληρωμένο αν δεν τα κάνουμε και αυτά. Είναι προς τιμήν τους. Για μένα είναι μία εταιρεία πρότυπο η Tanweer».
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης λέει για το δύσκολο έργο της κινηματογραφικής μεταφοράς μιας ιστορικής ταινίας: «Η δική μου ευθύνη είναι απέναντι στον κόσμο. Θέλουμε ο κόσμος να δει μία ταινία και να μη θεωρήσει ότι έχει προδοθεί. Μία ταινία εποχής στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολη για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα για λόγους προϋπολογισμού, δεύτερον για τους χώρους και τρίτον γιατί δεν υπάρχουν υποδομές για ένα τέτοιο εγχείρημα. Παρ’ όλα αυτά βρέθηκαν όλα όσα χρειάζονται για να υλοποιηθεί αυτό το όραμα».
Μετά την εξασφάλιση των ιδανικών ηθοποιών για τον κάθε ρόλο, οι δημιουργοί της ταινίας έστρεψαν το βλέμμα τους στην άρτια απόδοση της ατμόσφαιρας της Σμύρνης, που θεωρούνταν το Παρίσι της Ανατολής, στις λαμπρές και τις δραματικές στιγμές της. «Το κοινό θα δει την απεικόνιση μιας πόλης που ζει μόνο στη φαντασία μας, της ωραίας Σμύρνης, που δεν υπάρχει πια. Το Ισμίρ είναι τελείως διαφορετικό. Αυτή η νοσταλγία που έχουμε για κάτι που δεν ξέρουμε, αλλά που έχει μείνει μυθικό, θα το δούμε σαν εικόνα. Η σκηνογραφική δουλειά είναι ασύλληπτα καλή, όπως και η ενδυματολογική, και βασίζονται σε φωτογραφίες της εποχής. Το κοινό θα δει αυτή την πόλη, θα δει τα ήθη, τα έθιμα, τις μαγειρικές, τις μουσικές, τον τρόπο που ζούσαν. Και νομίζω ότι θα δει και την πιο τραυματική σελίδα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αυτή που έχει μείνει μέσα μας. Έχουμε κι άλλες τραυματικές στιγμές, αλλά αυτή μαζί με τον εμφύλιο είναι μία πληγή που δεν έχει επουλωθεί» επισημαίνει η Μιμή Ντενίση.
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης δηλώνει ενθουσιασμένος για το επίπεδο της σκηνογραφικής επιμέλειας της ταινίας, που πήρε σχεδόν πέντε μήνες προετοιμασίας και απασχόλησε 100 άτομα: «Δημιουργήθηκαν υπέροχα ντεκόρ, πήγαμε σε διάφορα μέρη, μοιράσαμε τα location. Έτσι, αυτό που θα δει στο τέλος ο θεατής είναι το σύνολο ενός σύμπαντος που λέγεται Σμύρνη και πιστεύω ότι θα πειστεί. Τουλάχιστον εμείς με όλα τα υλικά που μελετήσαμε, τα ντοκιμαντέρ που είδαμε, θεωρώ ότι είμαστε σε ένα μεγάλο βαθμό πάρα πολύ κοντά».
Η σκηνογραφική ομάδα βυθίστηκε στην ατμόσφαιρα της εποχής και όχι μόνο απέδωσε την υλική διάσταση, αλλά φιλοδοξεί ο θεατής της αίθουσας «να μπορέσει να γευτεί, να μυρίσει αυτή την εμπειρία. Οι σκηνές της κουζίνας δίνουν την αίσθηση ότι μυρίζει παστουρμά όλο το δωμάτιο. Αυτό θελήσαμε να μεταφέρουμε στον θεατή. Απευθυνόμαστε όχι μόνο στην όραση και την ακοή, αλλά και στην αφή και την όσφρηση».
Ο σκηνοθέτης περιγράφει την περιπέτεια της παραγωγής: «Είναι μία μεγάλη παραγωγή. Πήγαμε στη Χίο, τη Μυτιλήνη, χτίσαμε το λιμάνι της Σμύρνης στο Φάληρο, ένα από τα μεγαλύτερα ντεκόρ που έχουν γίνει ποτέ. Το χτίσαμε με πιστότητα, με τσιμέντο, λάσπη, χώμα και κολώνες. Αποτυπώθηκε όλο το πλακόστρωτο κι έτσι δεν καταλαβαίνει ο θεατής πότε περνάει από τον ένα χώρο στον άλλον, γιατί είναι καλούπι και το πλακόστρωτο ήταν το κανονικό πλακόστρωτο που συναντάμε στις υπόλοιπες περιοχές. Πήγαμε στη Γαλλική Πρεσβεία για να κάνουμε κάποιους χώρους, πήγαμε στα εσωτερικά του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά, πήγαμε στη Χίο για να αποτυπώσουμε κάποιους χώρους από τη βασική οικογένεια, στο σπίτι Αλεπουδέλη στη Μυτιλήνη, στο Λαύριο. Απλωθήκαμε δηλαδή αρκετά. Ήταν μία βεντάλια που απλώθηκε στα νησιά και εδώ στην Αττική για να αποτυπωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο όλη αυτή η πατίνα της εποχής».
Η σκηνογραφική ομάδα συμπληρώνει για την επιλογή της Μυτιλήνης:
«Η Μυτιλήνη μας έδωσε μία πολύ ωραία βάση. Το πλακόστρωτο ήταν ζήτημα, γιατί θέλαμε να βρούμε τους σωστούς δρόμους και τις σωστές υφές. Έχει επίσης μία αρχιτεκτονική που είναι κοντά στη Σμύρνη».
Η ταινία κορυφώνεται με τις σκηνές καταστροφής της Σμύρνης. Για τις ανάγκες αυτής της συνταρακτικής κλιμάκωσης, η σκηνογραφική ομάδα, έστησε και «έκαψε» την προκυμαία της Σμύρνης στο Παλαιό Φάληρο. «Η προβλήτα της Σμύρνης δεν υπάρχει πια και έπρεπε να κατασκευαστεί. Χρειάστηκαν τουλάχιστον 70 άτομα για το εγχείρημα. Πήρε περίπου 2 ½ μήνες».
Οι ηθοποιοί που είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν στην ταινία δηλώνουν εκστασιασμένοι από το επίπεδο της παραγωγής, από τα σκηνικά και τα κουστούμια.
«Για μένα είναι η πρώτη φορά που συναντάω ένα τέτοιο επίπεδο παραγωγής. Πραγματικά πηγαίνοντας στο σετ νόμιζες ότι πήγαινες σε ένα χωριό, ήταν τόσος πολύς ο κόσμος. Δεν έγινε καμία έκπτωση ούτε στους κομπάρσους, ούτε στα σκηνικά, ούτε στα υπέροχα κοστούμια που σχεδίασε η Φωτεινή Δήμου. Ο όγκος των κοστουμιών ήταν πραγματικά τεράστιος» επισημαίνει ο Λεωνίδας Κακούρης.
«Ήταν πραγματικά σαν να ήρθε μία παραγωγή από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Ήμασταν όλοι εντυπωσιασμένοι από την οργάνωση και την εκτέλεση. Η μεταφορά της προκυμαίας της Σμύρνης που έγινε στο Φάληρο ήταν συγκλονιστική. Τα κοστούμια της Φωτεινής Δήμου ήταν ασύλληπτα, τα έκανε με αγάπη και μεγάλη λεπτομέρεια» συμπληρώνει ο Κρατερός Κατσούλης.
Ο Γιάννης Εγγλέζος σημειώνει ότι ήταν «σαν να μπαίνεις στην εποχή. Είναι μία εμπειρία πάρα πολύ ολοκληρωμένη ως προς την εποχή εκείνη».
Η Κατερίνα Γερονικολού περιγράφει την εμπειρία της στο γύρισμα: «Φοράω τα υπέροχα κοστούμια της Φωτεινής Δήμου και περπατάω στα υπέροχα σκηνικά και έχω μεταφερθεί ήδη κάπου αλλού».
Για τη Νέδη Αντωνιάδη, η άρτια παραγωγή ήταν το μεγαλύτερο δώρο για τους ηθοποιούς. «Σ’ αυτή την παραγωγή, η κυρία Φωτεινή Δήμου έχει σχεδιάσει τα κουστούμια. Ειδικά για έναν ρόλο σαν της Αντζέλικα, που είναι λουσάτη, φανταχτερή και καλοντυμένη, τα κουστούμια βοηθάνε πολύ. Όταν τα φοράς, δεν μπορείς να κινηθείς σαν να είσαι στο 2021. Αμέσως σε πάνε πίσω στο χρόνο. Όπως και οι χώροι στους οποίους γυρίζεται αυτή η ταινία, δεν είναι στούντιο, κι αυτό προσθέτει όχι μόνο στην εικόνα, αλλά και στη σχέση που έχουμε εμείς οι ηθοποιοί με αυτούς τους χώρους».
Ο Özdemir Çiftçioglu σχολιάζει την αίσθηση που είχε η οικία Μπαλτατζή: «Η κουζίνα ήταν ένας τέλειος χώρος, το σπίτι επίσης. Σε παραπέμπουν σε μία άλλη εποχή τα σκηνικά. Όταν μπαίνω μέσα στο σπίτι νιώθω την ιστορία και τον πόνο που κουβαλάει αυτό το σπίτι».
Η Σμύρνη καίγεται
Μία ταινία για τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν θα μπορούσε να παραλείψει την πυρπόληση της Σμύρνης που ισοπέδωσε μέσα σε λίγες ώρες την κοιτίδα του πολιτισμού της Ιωνίας. Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης εξηγεί: «Το κοινό για πρώτη φορά θα δει τη Σμύρνη να καίγεται. Γνωρίζουμε όλοι εκείνα τα περίφημα δευτερόλεπτα του ντοκιμαντερίστα και ιστορικού ανταποκριτή της καταστροφής, που έχουν προβληθεί σε διάφορα ντοκιμαντέρ και έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη όλων. Κάναμε την αναπαράσταση τους για να δει ο θεατής τις αποπνικτικές συνθήκες των τελευταίων ημερών της καταστροφής που έζησαν οι άνθρωποι αυτού του διαβόητου συνωστισμού της προκυμαίας. Ο θεατής θα το βιώσει σε όλη την διάρκεια που θα μπορούσε να έχει αυτός ο συνωστισμός, θα δει το χρονικό της καταστροφής και θα το εισπράξει πάρα πολύ έντονα».
Ο Λεωνίδας Κακούρης λέει χαρακτηριστικά πώς βίωσε τις σκηνές της καταστροφή. «Οι σκηνές του κατατρεγμού και της καταστροφής της πόλης ήταν πραγματικά ανατριχιαστικές. Νομίζαμε ότι όντως συμβαίνει στην πραγματικότητα με τα άλογα, τα ποδοβολητά. Ήταν μία πολύ δυνατή εμπειρία και περιμένω και εγώ πραγματικά να δω πως αυτό θα έχει αυξηθεί με τη χρήση των εφέ».
Για να ολοκληρωθεί η κινηματογραφική εμπειρία του θεατή, η παραγωγή συνεργάστηκε με την κορυφαία εταιρεία οπτικών εφέ Υafka. Ο vfx supervisor Αντώνης Κοτζιάς παραδέχεται ότι όταν πριν από τέσσερα χρόνια τον είχαν προσεγγίσει για αυτό το τεράστιο εγχείρημα, δεν είχε πιστέψει ότι θα πραγματοποιούνταν τελικά εξαιτίας των απαιτήσεων της ταινίας. «Δεν έχει ξαναγίνει κάτι τόσο μεγάλο στην Ελλάδα. Έχω δουλέψει στις μεγαλύτερες ελληνικές παραγωγές τα τελευταία δέκα χρόνια. Κάτι τόσο μεγάλο σε τόσο χρονικό διάστημα δεν έχει ξαναγίνει» εξηγεί ο Κοτζιάς.
Περιγράφοντας τον όγκο της δουλειάς που χρειάστηκε, ο Κοτζιάς συνεχίζει: «Εκτός από την αναπαράσταση της εποχής, το μεγάλο ζητούμενο εφέ είναι η καταστροφή της Σμύρνης. Είναι οι φωτιές, οι καπνοί, τα κτίρια που γκρεμιζόντουσαν, τα πλοία της εποχής, ο πολλαπλασιασμός των ανθρώπων, γιατί αν και η παραγωγή είχε αρκετούς κομπάρσους, εκατοντάδες, εμείς τους κάναμε χιλιάδες για πολλά πλάνα. Έγινε, φυσικά, και πολλαπλασιασμός καραβιών. Το ζητούμενο ήταν να δούμε πώς ήταν η Σμύρνη και να τη δούμε και στην καταστροφή της. Και το στοίχημα ήταν να γίνει στον χρόνο που είχαμε».
Αποστολή της ταινίας
Αποστολή της ταινίας «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ» δεν είναι να αναμοχλεύσει πάθη του παρελθόντος, αλλά να μιλήσει για ένα τεράστιο διεθνές πρόβλημα, το μεγαλύτερο ίσως σήμερα… Το προσφυγικό. Να θυμίσει πως ιστορίες σαν αυτή της Συρίας σήμερα έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν και μάλιστα στους Έλληνες, που ίσως γι’ αυτό αγκαλιάζουν μ’ αγάπη και γενναιοδωρία τους σημερινούς πρόσφυγες.
Η δημιουργός Μιμή Ντενίση επισημαίνει για την κατεύθυνση που έχει το έργο της: «Δεν πιστεύω ότι οι ταινίες είναι διδακτικές, ούτε τα θεατρικά είναι διδακτικά. Δεν είμαι υπέρ της διδαχής. Ο τρόπος που έγραψα το σενάριο και το θεατρικό είναι ότι παραθέτω όλα τα γεγονότα, βάζω έναν ήρωα βασιλικό, έναν ήρωα βενιζελικό, μία Ελληνίδα που λέει τα πιστεύω της, και έναν Τούρκο που μας λέει την πλευρά των Τούρκων. Βάζω και τους Ευρωπαίους, που εγώ θεωρώ ότι ήταν φοβερά αδιάφοροι και ανάλγητοι. Βλέπουμε και το τι λένε, όμως, κάποιοι Ευρωπαίοι που βοήθησαν, όπως ο Horton. Το σενάριο της ταινίας παραθέτει τα γεγονότα και εσύ αποφασίζεις ποιος έχει δίκιο ή όχι».
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης πιστεύει ότι για πρώτη φορά θα δούμε και ίσως θα καταλάβουμε τι έγινε εκείνη την περίοδο. «Μην ξεχνάμε ότι υπήρχαν Αμερικανοί, Γάλλοι, Ιταλοί, Άγγλοι, Έλληνες, Εβραίοι, Τούρκοι και Ολλανδοί στη Σμύρνη. Ήταν ένα εμπορικό κέντρο η Σμύρνη. Γλώσσες, γεύσεις, μουσικές. Ο θεατής θα το δει μπροστά στα μάτια του. Αλλά θα δει και πράγματα τα οποία δεν γνώριζε όπως δεν τα γνώριζα και εγώ, κάποια πράγματα που μέσα από τη μελέτη ήρθαν στην επιφάνεια. Δεν είναι, όμως, μόνο η ιστορία της Σμύρνης. Η ταινία δείχνει πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν κάποια συμφέροντα καθοδηγούν μία κατάσταση και το έγκλημα που μπορεί να διαπραχθεί. Στην ιστορική διαδρομή της ιστορίας βλέπουμε πράγματα σαν μοτίβο σε ένα σπιράλ, όπου οι ιστορίες επαναλαμβάνονται. Βλέπουμε τους πρόσφυγες τότε και τώρα. Η ξύλινη βάρκα γίνεται πλαστική, τα σωσίβια αποκτούν άλλο χρώμα, όμως η ουσία, ο πυρήνας αυτής της απώλειας του οικείου χώρου σου για να ταξιδέψεις, να διαπεράσεις στη θάλασσα και να βρεθείς σε έναν άλλο τόπο, υφίσταται ακόμα και σήμερα. Πιστεύω ότι είναι τα ίδια συμφέροντα που τότε έσπρωξαν κάποιους ανθρώπους να εγκαταλείψουν την εστία τους, τα ίδια συμφέροντα ωθούν τους ανθρώπους να είναι ανέστιοι σήμερα. Τίποτα σχεδόν δεν αλλάζει και η ιστορία επαναλαμβάνεται».
Ο Λεωνίδας Κακούρης λέει για την αξία μιας ταινίας για τη Μικρασιατική Καταστροφή: «Η μόνη μας άμυνα είναι να μάθουμε και να μελετήσουμε την ιστορία μας. Ο λαός που δεν ξέρει την ιστορία του είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει. Η ιστορία δεν είναι κάτι σταθερό, διαρκώς εμπλουτίζεται με τα νέα στοιχεία που προκύπτουν. Πρέπει συνεχώς να είμαστε ανοιχτοί και να ψάχνουμε ταινίες σαν αυτή που δίνουν αφορμή σε όλους μας να δούμε τι είχε συμβεί ή τι δεν πρέπει να συμβεί στο μέλλον».
O Κρατερός Κατσούλης, που έχει συμμετάσχει και στη θεατρική παράσταση, ομολογεί ότι στις αναγνώσεις στις πρόβες του θεατρικού ήταν όλοι πολύ συγκινημένοι από τα μαθήματα της ιστορίας. «Κάνουμε μία ιστορική ταινία, που είναι ένα σημείο αναφοράς, που μπορεί και θα γίνει κατά τη γνώμη μου σημείο αναφοράς όταν πια θα προβληθεί και θα είναι διαθέσιμη να τη δουν οι άνθρωποι, γιατί αποκαλύπτει με εξαιρετική ισορροπία, αλήθεια και συνέπεια το τι ακριβώς συνέβη τότε από όλες τις πλευρές. Δεν χαρίζεται σε καμία πλευρά ούτε στην ελληνική».
Ο Burak Hakki, που υποδύεται έναν καταλυτικό χαρακτήρα στην οικία Μπαλτατζή, δηλώνει για την ιστορία της ταινίας: «Όλες οι πλευρές θα ταυτιστούν, όλα τα έθνη, όλες οι οικογένειες της Σμύρνης, της Αθήνας. Και οι Τούρκοι θα ταυτιστούν. Τα μαθήματα είναι πολλά. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε σε αρμονία. Δεν έχει να κάνει μόνο με δύο έθνη».
Ο Τούρκος συνάδελφος του Özdemir Çiftçioglu συμφωνεί: «Δυστυχώς, οι άνθρωποι βγαίνουν χαμένοι, γιατί στον πόλεμο κανένας δεν κερδίζει. Το σενάριο δείχνει την πλευρά του κάθε ήρωα. Πιστεύω στη δύναμη της τέχνης. O Μπρεχτ είπε ότι η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να του δείξει ότι μπορεί να αλλάξει. Γι’ αυτό, κοντολογίς, θα σας πω να μην πολεμάμε, να έχουμε ειρήνη».
Το ίδιο πρεσβεύει και η Jane Lapotaire: «Ελπίζω ότι θα μάθουμε τη φρίκη που συνέβη στη Σμύρνη. Πρέπει να προσέχουμε γιατί η ταινία έχει να κάνει με τον πόνο και με το να χάνεις τα πάντα. Η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι εχθρός με την Τουρκία. Γιατί αλλιώς το πρόβλημα συνεχίζεται». O Άγγλος συνάδελφος της Rupert Graves λέει συνοπτικά: «Αυτή η ιστορία είναι ελκυστική, επίκαιρη. Συμβαίνει το ίδιο με τη Συρία».
Ο Γιάννης Εγγλέζος πιστεύει ότι η ταινία αποτυπώνει την εποχή «χωρίς κλισέ, χωρίς κοινοτοπίες. Ο θεατής θα δει μία ειλικρινή καταγραφή του τι συνέβη χωρίς ψέματα, χωρίς συγκαλύψεις. Η ταινία δείχνει αλήθειες που πονάνε». Αντίστοιχα, η Κατερίνα Γερονικολού αναφέρεται σε μία από τις αγαπημένες της ατάκες από την ταινία που λέει η Φιλιώ: Άμα σε βρουν τα δύσκολα και δεν θέλεις να πεθάνεις, να θυμάσαι μην ξεχνάς. «Οπότε αυτή η ταινία ουσιαστικά είναι ένα καμπανάκι υπενθύμισης σε όλους τους Έλληνες, τους πιο νέους, επειδή όσο περνάν τα χρόνια χάνονται μνήμες και αφηγήσεις. Είναι ένα ωραίο καμπανάκι για να θυμηθούμε τι ακριβώς έγινε μόλις 100 χρόνια πριν» επισημαίνει η ηθοποιός. Η συνάδελφος της Έφη Γούση συμφωνεί: «Πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω να πάρουμε μία ανάσα και να σκεφτούμε ότι στη θέση των προσφύγων μπορεί να βρεθούμε ανά πάσα στιγμή».
Η Νέδη Αντωνιάδη, που κατάγεται από την Κύπρο και έχει βιώσει τον διχασμό των λαών, λέει: «Η Σμύρνη ήταν ένα χωνευτήρι, όπου ζούσαν όλοι αυτοί οι πολιτισμοί ειρηνικά. Και οι μεγάλες δυνάμεις έρχονται να το αλλάξουν αυτό. Η ιστορία της Σμύρνης είναι μία οικουμενική ιστορία. Δεν είναι της Σμύρνης μόνο. Δείχνει τι έχει συμβεί σε πάρα πολλούς πολιτισμούς. Και το ζούμε και τα τελευταία χρόνια με το τι έχει συμβεί στη Συρία. Και όχι μόνο. Άρα η οικουμενικότητα αυτής της ιστορίας είναι εμφανής».
Ο Χρήστος Στέργιογλου θεωρεί το θέμα της ταινίας πανανθρώπινο: «Αυτό που έγινε στη Σμύρνη είναι κάτι που έχει γίνει πολλές φορές. Αφορά πάρα πολύ κόσμο και πραγματικά η τέχνη μόνο έτσι μπορεί να έχει λόγο ύπαρξης, όταν μπορεί να μιλήσει και για άλλους λαούς». Συγκινημένος ο Γιάννης Βογιατζής προτρέπει Έλληνες και Τούρκους να επιλέξουν την αγάπη. «Αυτό που θα πάει μπροστά τις χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία, είναι η αγάπη και η αλληλοϋποστήριξη. Η αγάπη θα σώσει τα πράγματα παντού».
Η Μιμή Ντενίση καταλήγει για το οικουμενικό, αλλά και το μοναδικό στοιχείο της ιστορίας: «Τα ίδια πολιτικά παιχνίδια και τα ίδια οικονομικά συμφέροντα καταστρέφουν τους λαούς. Αυτό λέει ταινία: να θυμάσαι, να μην ξεχνάς, να μην κοροϊδεύεις τον πρόσφυγα, τον μετανάστη που έρχεται, γιατί έχεις γίνει και εσύ στο παρελθόν, γιατί μπορεί να ξαναγίνεις. Το Αιγαίο Πέλαγος βρίσκεται και θα βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο, από την εποχή της μυθολογίας μέχρι σήμερα, γιατί είναι ένα κομβικό σημείο, ένα σταυροδρόμι που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση. Αυτή είναι η μεγάλη τύχη της Ελλάδας, αλλά και το μεγάλο της πρόβλημα. Γιατί ενώ είναι μία μικρή χώρα, είναι μία χώρα σύμβολο καθοριστικής σημασίας για όλους. Γιατί όποιος δεν έχει στην κατοχή του το κομμάτι αυτό, δεν μπορεί να έχει τον έλεγχο από τη μία και την άλλη πλευρά. Όμως αυτό είναι που μας δίνει και τη μοναδικότητα της Σμύρνης».
Επίλογος: Σμύρνη μας αγαπημένη
Η ταινία ξεκινάει με το ταξίδι μιας επιστροφής. Η Ελληνοαμερικανίδα FIlio Williams, μία σημερινή γιαγιά, έρχεται εσπευσμένα με την εγγονή της από το εξωτερικό για να βοηθήσει τους πρόσφυγες της Συρίας. Επιστρέφει, παράλληλα, στην ίδια της την πατρίδα, στον τόπο που γεννήθηκε, για να στρέψει το βλέμμα απέναντι, στον τόπο των προγόνων της, στη Σμύρνη.
Με όχημα μια οικογενειακή ιστορία, η ταινία ξετυλίγει ένα μωσαϊκό πολιτισμών και πολιτικών συγκυριών που αντανακλά τις περιπέτειες και τον ξεριζωμό πολλών λαών.
Μιμή Ντενίση: «Πιστεύω ότι είναι μία ταινία που άνετα μπορεί να ταξιδέψει παντού ανά τον κόσμο, επειδή δεν ξέρουν την ιστορία, όπως ξέρουν την ιστορία των Αρμενίων, που έκαναν αγώνα για να γίνει γνωστή η ιστορία τους. Η ιστορία της Σμύρνης θα συγκλονίσει όποιον τη μάθει».
Παραλειπόμενα
Μία ταινία εποχής στην Ελλάδα είναι ένα μικρός κινηματογραφικός άθλος. Για να συγκεντρωθούν όλα τα αντικείμενα, που ντύνουν τα πλούσια σκηνικά της ταινίας, η σκηνογραφική ομάδα απευθύνθηκε σε ιδιώτες συλλέκτες που έδωσαν γενναιόδωρα πολλά αντικείμενα εποχής. Ειδικά στη Μυτιλήνη, οι σκηνογράφοι νιώθουν ιδιαίτερα ευγνώμονες για τη συνεργασία τους με έναν συλλέκτη που τους παραχώρησε από ρούχα μέχρι μικροαντικείμενα για τις ανάγκες των σκηνικών. Η προσφορά του συγκεκριμένου συλλέκτη ήταν πολύτιμη και η ομάδα έκανε τα πάντα για να επιστρέψει ατόφια όλα τα αντικείμενα.
Ο ηθοποιός Χρήστος Στέργιογλου που υποδύεται τον Επίσκοπο Σμύρνης Χρυσόστομο καθόταν δύο ώρες περίπου στην καρέκλα του μακιγιάζ για να μεταμορφωθεί στην εμβληματική φιγούρα του εθνομάρτυρα.
Ο ηθοποιός Μιχάλης Μητρούσης, που υποδύεται τον προύχοντα της Σμύρνης Τσουρουκτζόγλου, έχει μικρασιατική καταγωγή από τους παππούδες του. Εκτός από τις οικογενειακές μνήμες, ο ηθοποιός θέλησε να κάνει επιπλέον έρευνα για τον χαρακτήρα που υποδύεται. Έτσι ήρθε σε επαφή με την οικογένεια Τσουρουκτζόγλου για να συλλέξει υλικό, να μάθει λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα και να δει φωτογραφίες.
Ο Visual Effects supervisor Αντώνης Κοτζιάς της ελληνικής εταιρείας Yafka, που συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα κινηματογραφικό στούντιο του εξωτερικού, εξηγεί ότι για δύο μήνες όλη η ομάδα δούλευε εντατικά για να ολοκληρώσει τα απαιτητικά οπτικά εφέ της ταινίας. Ενδεικτικά, παρόλο που αυτή η ταινία χρειαζόταν 6 μήνες για τα εφέ, η ομάδα κατάφερε να τα φέρει εις πέρας σε 2 μήνες.
Η ομάδα των οπτικών εφέ σκάναρε με drone όλη την περιοχή των σκηνικών του λιμανιού της Σμύρνης, έβγαλε χιλιάδες φωτογραφίες και με ειδικά προγράμματα αποτύπωσης απέδωσε όλο το σκηνογραφικό σε ψηφιακή μορφή. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα 3D μοντέλο, σαν αρχιτεκτονικό σχέδιο, πάνω στο οποίο έβαλαν τα δικά τους μοντέλα κτιρίων. Μία τολμηρή προσέγγιση, που όμως απέδωσε αισθητικά και χρονικά.
Ο μουσικοσυνθέτης Ανδρέας Κατσιγιάννης εμπνεύστηκε από την άνθηση της μουσικής της Σμύρνης, που εκείνη την περίοδο ήταν εξαγώγιμο προϊόν. Για τις ανάγκες της ταινίας συνέθεσε μελωδίες με στοιχεία από την παράδοση της Σμύρνης και κύρια όργανα το σαντούρι, το βιολί των Σμυρνιών, αλλά και το πιάνο, τα πνευστά και τις μικρές ορχήστρες δωματίου κλασικής μουσικής.
Όταν ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης έκανε έρευνα για την ταινία, βρήκε μία γελοιογραφία της εποχής εκείνης. Η Ιωνία ήταν κουρελιασμένη και καμένη. Από πάνω της στεκόταν η Συρία, που ήταν υπέρλαμπρη, και απευθυνόταν στην καταρρακωμένη Ιωνία λέγοντας: «Εμένα δεν θα μου συμβεί ποτέ αυτό». Ένα ομολογουμένως ανατριχιαστικό, προφητικό ντοκουμέντο, αν αναλογιστεί κανείς τι συμβαίνει στη Συρία σήμερα.















