Headlines

Νίκος Ζωιδάκης: Τον ευχαριστώ που συνευρίσκομαι με θρύλους του κινηματογράφου και του θεάτρου | Αποκλειστική συνέντευξη

Συνέντευξη: Πόπη Γιαννικάκη

Είναι ο άνθρωπος που μέσα σε δευτερόλεπτα καταφέρνει να δημιουργήσει μια μαντινάδα!

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Χάνια, η καταγωγή του είναι από τις Βουβές Κισσάμου και τα τελευταία χρόνια ζει στην λίμνη του Κουρνά. Ο Νίκος Ζωιδάκης είναι ένας από τις καλύτερους λυράρηδες στην Ελλάδα αλλά και ο Βαισιλιάς της Μαντινάδας.

Ο Νίκος Ζωιδάκης ξεκίνησε να ασχολείται ερασιτεχνικά με την λύρα στα 12 του χρόνια ενώ επαγγελματικά 15 και μέσα από την μουσική και τις μαντινάδες του τραγουδάει τον πόνο και την χαρά του και ο κόσμος τον έχει ξεχωρίσει.

Αυτή την περίοδο ο Κρητικός λυράρης βρίσκετε στο θέατρο Broadway καθώς συμμετάσχει στην παράσταση “Η Νεαρϊδα και το Παληκαρι”. 

Ο Νίκος Ζωιδάκης μίλησε αποκλειστικά στο Gpop.gr όπου μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στην θεατρική παράσταση, την συνεργασία του με τους υπόλοιπους ηθοποιος, την περιοδεία που θα κάνουν με την παράσταση, για τη δουλειά του, ενώ μας μίλησε και για την επαγγελματική του πορεία παρουσιάζοντας μας πολλές πτυχές της ζωής του.

Πώς και πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την μουσική και την λύρα;

Από μικρό παιδί τα ακούσματα και ότι είχε σχέση με κοινωνικές εκδηλώσεις στο σπίτι μου και την οικογένεια μου, είχαν να κάνουν με την κρητική μουσική, ήταν δηλαδή το πρώτο κίνητρο για να την αγαπήσω. Από εκεί και πέρα, όταν άρχισα να νιώθω τον κόσμο από 3-4 χρονών όλα μου τα παιχνιδάκια είχαν σχέση με την μουσική – ή κιθάρες θα ήταν, η πιάνο θα έπαιρνα, η μαντούρα, ή μούζικες – ότι είχε να κάνει με την μουσική. Κοντά στο σπίτι μου υπήρχε ένα κρητικό κέντρο διασκέδασης και σαν πιτσιρικάκι εγώ πήγαινα έβλεπα – έκοβα κίνηση κι από εκεί παρέλασαν όλοι οι αστέρες της κρητικής μουσικής εκείνα τα χρόνια – ο Μουντάκης, ο Σκορδαλός, ο Κακλής, ο Μανιάς, ο Γαργανουράκης, όλοι αυτοί – τους έβλεπα και έλεγα σαν πιτσιρικάκι «θέλω να γίνω σαν αυτούς». Στα 9 μου χρόνια έπιασα την πρώτη λύρα στα χέρια μου κι από εκεί και πέρα δεν την έχω αποχωριστεί από πάνω μου (γελάει), είναι ένα όργανο που το θεωρώ ένα αναπόσπαστο μέρος – κομμάτι του εαυτού μου και του σώματος μου.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιλέξετε την κρητική μουσική και όχι κάποιο άλλο είδος;

Ο τόπος μου, η μουσική της Κρήτης η οποία ήταν παρούσα από τα πρώτα μου ακούσματα μέσα στο σπίτι, την οικογένειά μου και τις εκδηλώσεις μας. Αυτό με έκανε να αγαπήσω την κρητική μουσική και μετά την επέλεξα φυσικά!

Πότε ήταν η πρώτη φορά που παίξατε μπροστά σε κόσμο και τι θυμάστε από αυτήν;

Ήταν στα 10 μου χρόνια σε ένα κέντρο στην Νέα Χώρα στα Χανιά που μεγάλωσα κιόλας. Με ανέβασε ο αείμνηστος Μανώλης Καρπουζάκης και μου λέει «Έλα πιτσιρίκο να παίξεις μια κοντυλιά» που είχαμε πάει με τη οικογένειά μου ένα βράδυ για να διασκεδάσουμε. Όταν το είδαν οι γονείς μου δεν το πίστευαν ότι είχα το θράσος και την τόλμη να βγω να παίξω σε κόσμο και θυμάμαι ότι είχα μαγευτεί!

Παρ’ όλα αυτά έχετε καταφέρει να «παντρέψετε» την κρητική μουσική και την λύρα με κάποια άλλα είδη μουσικής.

Όταν παίζω κρητική μουσική παίζω κρητική μουσική, όταν “παντρεύω” το όργανο – τη λύρα με άλλα μουσικά ακούσματα αυτό είναι άλλο πράγμα. Ένας μουσικός έχει το δικαίωμα να έχει ανησυχίες, να ψάχνεται και να σκαλίζει καινούργια μονοπάτια. Πάντα με ενδιέφερε εκτός από την κρητική κουλτούρα η μουσική και πάντα ήθελα να δείξω τι δυνατότητες έχει η κρητική λύρα σαν μουσικό όργανο. Άλλες φορές ήταν προτάσεις από συναδέλφους, άλλες φορές το πρότεινα εγώ, αλλά πάντα με ενδιέφερε να συνυπάρχω και με άλλα είδη για να δοκιμάσω και την αποδοχή του κόσμου, η οποία είναι τεράστια!

Σε αυτό το «πάντρεμα» πώς είναι η ανταπόκριση του κόσμου και των κρητικών;

Η παρουσία μου στο χώρο 35 ολόκληρα χρόνια και με τον κόσμο να με κρατάει σε ένα επίπεδο που κάθε μέρα να είναι πιο δυνατό και πιο αποδεκτό, είναι η απάντηση στο πως εκλαμβάνεται ο κόσμος τις μουσικές μου δραστηριότητες και προσπάθειες. Εμένα το ζητούμενο μου στα «παντρέματα» αυτά είχε να κάνει με το να δεχτεί η κρητική μουσική όσους περισσότερους αποδέκτες, δηλαδή παίζοντας με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε μια συναυλία αυτόματα και οι ακροατές του Βασίλη Παπακωνσταντίνου θα ακούσουν και κρητικά γιατί εγώ στις συναυλίες και σε όλες τις εμφανίσεις που κάνω με συναδέλφους που δεν έχουν να κάνουν με το κρητικό τραγούδι, εγώ λέω καθαρά κρητικά τραγούδια και έτσι πάνε σε όσο περισσότερους αποδέκτες γίνεται τα τραγούδια της Κρήτης και του τόπου.

Είστε από τους ανθρώπους που μέσα σε δευτερόλεπτα καταφέρνει να δημιουργήσει μαντινάδες. Πόσο εύκολο είναι αυτό και γενικά η δημιουργία μιας μαντινάδας;

Όσο εύκολο είναι για εσένα να πάρεις μια συνέντευξη. Έκαστος στο είδος του και ο Ζωιδάκης στις μαντινάδες (γελάει).

Πολλοί σας χαρακτηρίζουν «Βασιλιά της μαντινάδας». Ποιο είναι το μυστικό μιας επιτυχημένης μαντινάδας;

Δεν υπάρχουν βασιλιάδες (γελάει). Πρέπει να είναι εύστοχη, δηλαδή σε δυο λέξεις μέσα να πεις κάτι πάρα πολύ εύστοχο χωρίς περιττές και άστοχες λέξεις. Όταν θες να πεις για ένα συγκεκριμένο θέμα πρέπει να είναι στοχευμένο καλά.

Αυτή την περίοδο σας βρίσκουμε στο θέατρο Broadway στην παράσταση «Η Νεραΐδα και το Παληκάρι». Πώς είναι αυτή η εμπειρία για σας;

Εκπληκτική! Πάντα μου αρέσει να δοκιμάζω τις δυνατότητες και τις δικές μου αλλά και της μουσικής που πρεσβεύω που είναι η κρητική μουσική. Δέχτηκα την πρόταση από τον κ. Βάλαρη – και τον ευχαριστώ και μέσα από το δικό σας site για την πρόταση που μου έκανε – να συνευρεθώ με θρύλους του κινηματογράφου και του θεάτρου όπως είναι ο κ. Κωνσταντίνου και η κυρία Διαβάτη αλλά και να συνεργαστώ με πολύ ταλαντούχα παιδιά όπως είναι η Μαρία Κορινθίου, ο Παναγιώτης Πετράκης, ο Σταύρος Νικολαΐδης, ο Αντρέας Κωνσταντινίδης, ο κ. Κοσμάς Ζαχάρωφ, ο Σπύρος Μεριανός, ο Πέτρος Ξεκούκης, ο κάθε από αυτούς που προανέφερα έχει την δική του ιστορία και μια τεράστια αποδοχή – αγκαλιά από όλο τον κόσμο. Το να είμαι και εγώ κοντά τους είναι μεγάλη τιμή και θεωρώ ότι το πείραμα πέτυχε.

Πώς προέκυψε αυτή η πρόταση;

Το πως προέκυψε δεν μπορώ να το γνωρίζω, αυτό που γνωρίζω είναι ότι με πήρε τηλέφωνο ο κ. Βάλαρης και μου λέει «σκέπτομαι να κάνω αυτό, δέχεσαι να συμμετάσχεις;», η απάντηση ήταν κατευθείαν ναι, διότι και το συγκεκριμένο έργο «Η Νεραΐδα και το Παληκάρι» έχει να κάνει με την κουλτούρα της Κρήτης, και ο ρόλος ο δικός μου θα ήταν κάτι που δεν είναι άγνωστο για εμένα, το να βγάζω μαντινάδες ή το να παίζω μουσική σε ένα γάμο – μια αρραβώνιαση, σε στιγμιότυπα της παράστασης δηλαδή, και ειλικρινά το δέσιμο είναι τρομερό και με όλους τους συντελεστές της παράστασης αλλά και με τον κόσμο. Η αποδοχή του κόσμου είναι πάρα πολλή μεγάλη!

Όμως δεν είναι η πρώτη σας φορά στο θέατρο, το έχετε ξανά κάνει και στο παρελθόν.

Είχα άλλη μια συμμετοχή πριν μερικά χρόνια -το 2014- δίπλα στον αείμνηστο Στάθη Ψάλτη, που κάναμε μια περιοδεία στην Κρήτη. Εγώ ήμουν σαν guest, έβγαινα σε κάποιο μέρος του προγράμματος και έλεγα τα τραγούδια μου, ήμουν κάτι έξτρα της παράστασης που ήταν μια επιθεώρηση. Εδώ όμως τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, γιατί εδώ είμαι μέλος – κομμάτι του έργου, δεν είμαι guest, δηλαδή αφηγούμαι στον κόσμο τις σκηνές και ταυτόχρονα γίνεται ολόκληρο παιχνίδι με τους πρωταγωνιστές και με το τραγούδι.

Ποιος είναι ο δικός σας ρόλος στην παράσταση «Η Νεραΐδα και το Παληκάρι»;

Στην παράσταση κάνω τον αφηγητή – αλλά με λίγα λόγια κάνω τον Νίκο Ζωιδάκη, δηλαδή ό,τι βλέπω και συμβαίνει στην παράσταση το αφηγούμαι με μαντινάδες.

Πείτε μας λίγα λόγια για την παράσταση που θα έρθει κάποιος να παρακολουθήσει στο Broadway αλλά και στην Κρήτη.

Είναι μια παράσταση πάρα πολύ προσεγμένη, πάρα πολύ καλά σκηνοθετημένη από τον κ. Βάλαρη αλλά και με ένα θίασο που ο ένας είναι καλύτερος απ’ τον άλλο, και όταν την σφραγίδα την βάζει ένας Γιώργος Κωνσταντίνου και μια Χρυσούλα Διαβάτη καταλαβαίνετε ότι εδώ δεν μιλάμε για αστεία αλλά για σοβαρά πράγματα. Στην παράσταση αυτή και θα χαμογελάσετε, θα διασκεδάσετε, θα συγκινηθείτε, είναι ένα έργο που θα το δει ο πιτσιρίκος, ο μεσήλικας, η οικογένεια και πραγματικά το χειροκρότημα που παίρνουμε στο τέλος κάθε παράστασης είναι και η ανταμοιβή μας γι’ αυτό που και εμείς βιώνουμε πάνω στο σανίδι.

Πώς είναι η ανταπόκριση του κόσμου στην παράσταση; γιατί στην ουσία είναι μια παλιά Ελληνική ταινία.

Ναι αλλά δεν είναι το ίδιο. Ναι μεν υπάρχει το ίδιο στόρι γιατί η ιστορία είναι ακριβώς η ίδια απλά τους ρόλους που είχαμε μάθει από την Βουγιουκλάκη, τον Παπαμιχαήλ και από τον Παπαγιανόπουλο, τους παίζουν άλλοι ηθοποιοί με τον δικό τους χαρακτήρα, με την δική τους σφραγίδα και το επιπλέον είναι ότι η συμμετοχή η δικιά μου κάνει και μια καινοτομία στο όλο έργο διότι στην παράσταση παίζουμε ζωντανά, παίζουμε την γνήσια κρητική μουσική και αυτοσχεδιάζουμε κάθε μέρα. Ενώ στο έργο που βλέπαμε στο cinema και την τηλεόραση η μουσική που παίζανε εκείνη την εποχή ήταν playback, που αν το κάνουμε σήμερα θα μας κυνηγήσουν. Τότε παιζόταν μια μουσική του Μαμαγκάκη – που εξαιρετικός μουσικός ο Μαμαγκάκης δεν το αμφισβητεί κανείς αυτό το πράγμα – αλλά η μουσική που παιζόταν στην συγκεκριμένη ταινία δεν ήταν κρητικά και είχαν βάλει τους κρητικούς λυράρηδες και παίζανε από πάνω από τα μαντολίνα και από τα σαντούρια. Εδώ ακούς την γνήσια κρητική μουσική και ταυτόχρονα η καινοτομία είναι ότι κάθε μέρα λέμε και κάτι άλλο, εγώ δηλαδή.

Στην παράσταση βλέπουμε ότι οι πρωταγωνιστές μιλάνε με την κρητικιά προφορά. Εσείς σαν γνήσιος Κρητικός πώς τους βλέπετε;

Η παράσταση δεν απευθύνεται μόνο στους Κρητικούς και η ιστορία αυτή που διαδραματίζετε μέσα σε αυτό το έργο δεν αφορά μόνο τους Κρητικούς άλλα όλους τους ανθρώπους. Ο έρωτας, η αγάπη, η έχθρα, όλα αυτά είναι πάθη των ανθρώπων και επειδή εδώ δεν έρχονται μόνο Κρητικοί δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις και την βαριά διάλεκτο της Κρήτης γιατί αν ανατρέξουμε στα λεξιλόγια της, κάθε χωριό έχει και άλλη διάλεκτο. Χρησιμοποιούμε τις λέξεις που χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητα μας στην Κρήτη όπως το «τσι, το και», κάποιες τέτοιες λέξεις που είναι χαρακτηριστικές, αλλά από εκεί και  πέρα το βαρύ λεξιλόγιο δεν μπορεί να ενταχθεί μέσα σε αυτή την παράσταση γιατί μετά θα έπρεπε να βάλουμε ένα projectora να κάνει μεταγλώττιση (γελάει).

Κατά την διάρκεια των προβών, τους βοηθήσατε και σας ζήτησαν συμβουλές όσον αφορά τον τρόπο που μιλάνε στην Κρήτη, την κουλτούρα αλλά και όλη την νοοτροπία τους;

Ναι, φυσικά. Εκεί βοήθησα όσο μπορούσα και μάλιστα είχα αναλάβει και το ρόλο του εκπαιδευτή στην Μαρία Κορινθίου, η οποία είναι άριστη μαθήτρια!

Τώρα ετοιμάζεστε με την παράσταση να επισκεφτείτε και την Κρήτη. Αυτό σας αγχώνει;

Το έργο είναι πολύ καλό, θα αγχωνόμουν αν το έργο δεν ήταν καλό. Μάλιστα το διάστημα που βρισκόμαστε στο Broadway δεν έχει ανέβει Κρητικός την Αθήνα και να μην περάσει να δει την παράσταση, αλλά και όλοι οι Κρητικοί που ζουν στην Αθήνα έχουν παρελάσει όλοι. Τα σχόλια και οι απόψεις είναι 100% θετικές, είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Χαίρομαι κι ανυπομονώ που θα πάμε στην Κρήτη αλλά και που θα μοιραστώ με τους πατριώτες μου αυτή την όμορφη στιγμή της καριέρας μου αλλά και μια πάρα πολύ ωραία παραγωγή η οποία γίνεται με πολλή αγάπη, σεβασμό, ειλικρίνεια και χωρίς να θίγει ή να στεναχωρεί καταστάσεις.

Η ανταπόκριση του κόσμου είναι πολύ μεγάλη, θα μπορούσε να συνεχιστεί και για δεύτερη χρονιά;

Δεν γνωρίζω κάτι τέτοιο, το μόνο που ξέρω είναι ότι μέχρι 17 Μαρτίου θα είμαστε στο θέατρο Broadway και από 19 μέχρι 22 Μαρτίου θα παίξουμε στο Ηράκλειο, στο θέατρο Αστάρια, 23 και 24 Μαρτίου θα ήμαστε στα Χανιά στο Mega Place και από 29 Μαρτίου θα είμαστε για λίγες παραστάσεις στο Radio City στη Θεσσαλονίκη.

Ήταν να είστε στο «Φωταέριο», μαζί με την Μελίνα Ασλανίδου και τον Γιάννη Πλούταρχο. Τι συνέβη και αποχωρήσατε από την συνεργασία αυτή;

Εγώ δέχτηκα με μεγάλη χαρά αυτή την πρόταση και θεωρούσα – θεωρώ ότι ένα τέτοιο «πάντρεμα» τριών διαφορετικών καλλιτεχνών είναι πάρα πολύ ωραίο και για το κοινό αλλά και για εμάς τους ίδιους που θα μπορούσαμε να συμπληρώνει ο ένας τον άλλο. Η διαφωνία μας ήταν στο τέλος στο θέμα της προβολής και της αφίσας. Περασμένα ξεχασμένα, όλα μια χαρά.

Παρόλα αυτά τις Παρασκευές είστε στο Μικρολίμανο.

Στο «Σπάγκο» είμαι από αρχές Νοεμβρίου, ήταν να παίξουμε μέχρι 7 Ιανουαρίου αλλά επειδή ούτε εγώ δεν χωρούσα να μπω μέσα από τον κόσμο γιατί γινόταν – γίνεται πανικός, πήραμε παράταση μέχρι 15 Μαρτίου όπου και σταματάμε αναγκαστικά επειδή πάμε την περιοδεία με την «Νεραΐδα και το Παληκάρι».

Τον χειμώνα στην Αθήνα, το εξωτερικό, σε όλη την Ελλάδα και το καλοκαίρι στην Κρήτη. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι αυτό για εσάς, από την στιγμή που υπάρχει και μια οικογένεια πίσω;

«Όλα είναι δύσκολα μέχρι να γίνουν εύκολα», λέει εδώ ο Νικολαΐδης σε ένα στιγμιότυπο της παράστασης, όλα εξαρτώνται από την καλή συνεννόηση της οικογένειας. Δεν είναι εύκολα αντιθέτως είναι πολύ δύσκολο και ειδικά για έναν άνθρωπο που είναι γονιός, που αφήνει το σπίτι του, την γυναίκα του και τα παιδιά του και απουσιάζει αρκετό διάστημα, αλλά από εκεί και πέρα όταν υπάρχει μια δυνατή «κολόνα» μέσα σε ένα σπίτι όλα λειτουργούν πάρα πολύ καλά.

Ποιο είναι το πιο παράξενο πράγμα που να έχει συμβεί σε γλέντι που παίζατε μουσική;

Ήμουν πιτσιρίκος 12 χρονών – τότε ήταν και το έθιμο, ευτυχώς έχει εξαλειφθεί τελείως από την Κρήτη, γιατί είδα τις προάλλες και μια εκπομπή στην τηλεόραση που έλεγε για την οπλοφορία στην Κρήτη, δεν υφίσταται κάτι τέτοιο εδώ και κάμποσα χρόνια- γιατί ούτε μπαλοθιές παίζονται στα γλέντια ούτε τίποτα, τότε παιζόντουσαν πραγματικά.

Έρχεται σε ένα πανηγύρι κάποιος γιατί τότε χόρευαν με παραγγελίες – βάζανε ένα χαρτάκι σε ένα καρφί και τραβούσες το τελευταίο χαρτάκι και έλεγες ποιανού η παρέα θα χορέψει και παίρνανε σειρά οι άνθρωποι – έρχεται λοιπόν ένας μεθυσμένος στο γλέντι και μου λέει «θα μου παίξεις να χορέψω τώρα» του λέω «δεν μπορώ γιατί έχω φωνάξει άλλη παρέα που είναι η παραγγελία της» και μου λέει  «τώρα θα μου παίξεις» και του λέω «δεν μπορώ ρε άνθρωπε», τότε βγάζει ένα πιστόλι και μου το βάζει στο κεφάλι και μου λέει «ή θα μου παίξεις ή θα σου παίξω» και του λέω «άμα μου παίξεις δεν θα σου παίξω» (γελάει), έκανα πως αρχίζω να παίζω για να κατεβάσει το όπλο και αμέσως τον άρπαξαν κάτι φίλοι.

Απέναντι από εκεί που γινόταν το γλέντι είχε ένα κρεοπωλείο, και πάει ένας φίλος τον αρπάζει και τον κρεμάει στο τσιγκέλι του κρεοπωλείου και του λέει «εδώ πέρα θα κρέμεσαι μέχρι να τελειώσει η βραδιά και το πρωί θα σε κατεβάσουμε», και τον έβλεπαν όλη νύχτα που ήταν κρεμασμένος στο τσιγκέλι, και του είχαν πάρει και το πιστόλι βέβαια.

Πόσο είναι ο μεγαλύτερος χρόνος που έχετε παίξει ασταμάτητα σε γλέντι;

Έχω ξεκινήσει 22:00 η ώρα το βράδυ και έχω τελειώσει το απόγευμα της άλλης μέρας στις 19:00.

Θα μπορούσατε να φανταστείτε τον εαυτό σας στην θέση του κριτή σε κάποιο talent show μουσικής;

Όχι, σε καμία περίπτωση παρ’ όλο που μου έχει γίνει πρόταση στο παρελθόν.

Έχετε συνεργαστεί με πολλούς Κρητικούς καλλιτέχνες και μη. Ποια ήταν η καλύτερη συνεργασία για εσάς και ποια η χειρότερη και υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που δεν έχετε συνεργαστεί μαζί του και θα το θέλατε;

Υπάρχουν πάρα πολλοί καλλιτέχνες οι οποίοι δεν έχω συνεργαστεί και θα ήθελα να δουλέψω μαζί τους. Από τις συνεργασίες σταθμός για εμένα ήταν όταν συνεργάστηκα με τον αξέχαστο το Νίκο Μανιά στην Κρήτη, που κάναμε και μια δισκογραφία μαζί που είχε τίτλο «Γλυκιά μου σκέψη». Επίσης πολύ σπουδαία και σημαντική στιγμή στην Αθήνα, ήταν η συνεργασία μου με την Άννα Βίσση στο Κέντρο Αθηνών.

Με κάποιους από αυτούς – όπως τον Βασίλη Καρρά – είστε και κουμπάροι. Αυτό πώς προέκυψε;

Είμαστε πολλά χρόνια φίλοι και η φιλία αυτή έδεσε ακόμα περισσότερο με αυτή την κουμπαριά.

Ο Νίκος έχει χρόνο για την προσωπική του ζωή και την οικογένεια του;

Βρίσκεις, άμα θες βρίσκεις.

Επαγγελματικά τι άλλο έχουμε να περιμένουμε από εσάς;

Δεν γνωρίζω, εγώ πάντα πηγαίνω με κλειστά τα μάτια και κάνω το σταυρό μου και λέω «Θεέ μου βοήθα με».

Ευχαριστούμε τον Νίκο Ζωιδάκη για τον χρόνο που μας αφιέρωσε!